Μπλογκολόγιο

Ο τίτλος είναι προσωρινός, όπως και όλα σε αυτή τη ζωή. Εδώ θα βρείτε ατάκτως ερριμμένα ένα σωρό σκέψεις, πράξεις, αντικείμενα και γεγονότα που περνούν μέσα απο την καθημερινότητά μου και έχω την ευχαρίστηση να τα μοιραστώ μαζί σας

Για την Α.


Θά πενθώ πάντα – μ’ακούς; – γιά σένα,
μόνος, στόν Παράδεισο…

Κάποιες φορές  η σκληρή πραγματικότητα έρχεται να σου χτυπήσει βίαια την πόρτα και δεν έχει την ευγένεια να περιμένει να της ανοίξεις, παρά μπαίνει σα σίφουνας μέσα, έτοιμη να ξεθεμελιώσει ακόμα τις πιο σίγουρες βεβαιότητές σου.

Είναι τότε που αισθάνεσαι την κραυγαλέα αδυναμία του ανθρώπου να καθορίσει τη μοίρα του. Τότε που οι τσακωμοί, οι μικρότητες, οι φόβοι και οι εγωισμοί μικραίνουν τόσο πολύ που στο τέλος μεταμορφώνονται σε μια μικρή μαύρη κουκίδα που είναι έτοιμη να χαθεί μέσα στο άπειρο του ουρανού, μέσα στην άβυσσο της θάλασσας.

Το βίωμα των οριακών υπαρξιακών καταστάσεων, όπως η ξαφνική ασθένεια αγαπημένων προσώπων μας γεμίζει αμηχανία και μας φέρνει αντιμέτωπους τον προαιώνιο εχθρό του ανθρώπου, το φόβο του θανάτου. Ακόμα και αν δεχθούμε οτι η ύπαρξή μας δεν είναι παρά μια αναλαμπή φωτός ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες σκότους δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση η συμφιλίωσή μας με το ενδεχόμενο του θανάτου.

Χτες το βράδυ έβρεχε ασταμάτητα. Μια βροχή δυνατή και επίμονη, τόσο επίμονη λες κι ήθελε να ποτίσει ακόμα και την ψυχή μου. Το ξημέρωμα μέσα από τα σύννεφα ξεπρόβαλλε ο ήλιος και μαζί με το φρέσκο αέρα άρχισαν να στεγνώνουν τη βρεγμένη γη. Μα εγώ θέλω να στεγνώσουν τα δάκρυα που κύλησαν την ώρα που μου είπες το κακό μαντάτο.

Θα τραγουδήσω κι εγώ τα χρόνια που πέρασαν και θα πενθήσω τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς, εάν είναι αλήθεια…

  

Advertisements

Ένας μεγάλος δάσκαλος

Η παιδαγωγική σχέση μεταξύ δασκάλου και μαθητή είναι κατ’ εξοχήν μια σχέση ανισότητας. Η υπεροχή του δασκάλου ως ωριμότερου είναι a priori πέρα από κάθε αμφισβήτηση και η βοήθειά του προς το μαθητή να μεταβεί απο την αδυναμία στην αυτοδυναμία αποτελεί πραγμάτωση του υψηλού ιδανικού του λειτουργήματός του.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του κάθε μαθητεόμενου που μένουν χαραγμένες για πάντα στη μνήμη και την καρδία του.

Μια τέτοια στιγμή ήταν για μένα η συναντήση με το «ιερό τέρας» των Συριακών Σπουδών, τον ομότιμο καθηγητή του τμήματος των Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Sebastian Brock, στα πλαίσια ενός διεθνούς συνεδρίου για τη λειτουργική παράδοση των Συρο-Ανατολικών Εκκλησιών που έλαβε χώρα στη Ρώμη την προηγούμενη εβδομάδα (25-26 Οκτωβρίου 2011).

Όταν έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια μου τόσα και τόσα κείμενα (επιστημονικά άρθρα, μονογραφίες, βιβλιοκρισίες, εισαγωγές, μεταφράσεις κ.α.) με την υπογραφή του, τα οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη μετάβασή μου απο το σκοτάδι της αγνωσίας στο φως της γνωσεως μέσα στο δαιδαλώδες και πολυσύνθετο χώρο των Συριακών Σπουδών, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ την οικειότητα που αισθάνθηκα μόλις τον αντίκρισα για πρώτη φόρα στην κεντρική αίθουσα του συνδερίου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον είχα δει ποτέ διά ζώσης, ωστόσο οι αμέτρητες ώρες που είχα σπαταλήσει πάνω στην εργογραφία του με όπλισαν με το θάρρος να τον πλησιάσω και να του εκφράσω το θαυμασμό μου για την επιστημονική του δραστηριότητα.

Και εκεί με περίμενε η μεγάλη έκπληξη. Όταν έχεις μπροστά σου έναν καθηγήτη, του οποίου την αξία και αυθεντία αναγνωρίζει σύσσωμη η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα και που το όνομά του ουσιαστικά έχει ταυτιστεί με τις σύγχρονες Συριακές Σπουδές είναι φυσικό να έχεις κάποια συστολή και έναν ενδοιασμό για τον τρόπο που θα τον πλησιάσεις, το πως θα του μιλήσεις, το τι θα του πεις. Κάθε επιφύλαξη και δισταγμός όμως υποχώρησε μπροστά στην απλότητα των τρόπων, την γλυκύτητα της ομιλίας, το ανεπιτήδευτο της συμπεριφοράς και την εγκαρδιότητα της ανταπόκρισης στα αισθάματα εκτίμησης και θαυμασμού που του εξέφρασα.

Ανεκτίμητος θησαυρός που μου χάρισε απλόχερα και θα τον φυλλάξω ως κόρην οφθαλου ες αεί είναι η υπογραφή σε δυο μεταφρασμένα στην ιταλική βιβλία του.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς, κύριε Καθηγητά!

Στρατής Μυριβήλης: Η ώρα της ιστορίας

Το παρακάτω κείμενο, το οποίο προήλθε απο την πένα του περίφημου εκπροσώπου της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 Στρατή Μυριβήλη, δημοσιεύθηκε με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1940 στο περιοδικό Νέα Εστία και αποτελεί ένα διαχρονικό φόρο τιμής στους Έλληνες που αγωνίστηκαν και εξακολουθούν να αγωνίζονται για την υπεράσπιση των προγόνων και της πατρίδας και γι αυτό το λόγο το αναδημοσιεύω αυτούσιο μια μέρα σαν τη σημερινή.

Η ώρα της ιστορίας

Σε μιαν ώρα που κανείς δεν ξέρει, σε μια στιγμή που μόνο ο Θεός ορίζει, μέσα στο ναό της Ιστορίας σημαίνει ξαφνικά η βαθειά καμπάνα της Μοίρας πάνω στα ριζικά των λαών. Τότε τα άτομα που αποτελούν την εθνικήν ολότητα, πετούν θεληματικά ένα μεγάλο μέρος από τα πιο ακριβά προνόμιά τους, αυτά ίσα-ίσα που κατοχυρώνουν τη μονάδα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Όλοι τότες, υποταγμένοι σε μιαν ακατανίκητη κεντρομόλο δύναμη, αναζητούν τον πυρήνα της ομογένειας, πυκνώνουνται γύρω εκεί, για να δώσουν, όσο γίνεται πιο υπεύθυνα, το μεγάλο «παρών» της φυλής,. Μπροστά στο κάλεσμα της Μοίρας. . Μια φυλή, ένα έθνος, ένας λαός, είναι προικισμένα με βιολογικά νειάτα τόσο περισσότερο, όσο πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά θα μπορέσουν να κάνουν τη σωτήρια προσαρμογή, από το άτομο στην ομαδική ολότητα.

Σαν γίνει αυτό, τότες πια η φυλή, οπλισμένη με όλα τα ψυχικά και ζωικά της χαρίσματα, παίρνει την ιστορική της φυσιογνωμία και από μια σκόνη ατόμων, που ήταν πριν, γίνεται ξαφνικά μια πελώρια ενιαία μορφή, εμψυχωμένη από μια μοναδική θέληση. Αναπνέει μέσα της ένας ολάκερος λαός, μ’ ένα στήθος πελώριο, και το ρυθμό στις πράξεις και στους λογισμούς τους, τον δίνει μια θεόρατη καρδιά με το σφυροκόπημα του ρυθμού της.

Μόνο στους λαούς πού’ ναι γερασμένοι βιολογικά, βλέπουμε τα άτομα και τις μικρές ομάδες, να τραβάνε παραζαλισμένα, το καθένα το δρόμο του, μπροστά στην κρίσιμη ώρα, όταν επίσημα θα βαρέσει η βαριά καμπάνα της Μοίρας.

Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποίαν αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο μέσα στην ιστορία του έθνους μας ολόκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της.

Δεν έγινε αυτό με εξαναγκασμούς ούτε με φοβέρες. Τα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων πρόσφεραν τους πληγωμένους εγωισμούς των, τις φιλοδοξίες και τα μίση και τα πάθη τους τα πολιτικά, και τους προσωπικούς φθόνους και τις ματαιοδοξίες τους, πρόσφεραν τις κοσμοθεωρίες τους και τις διαφωνίες τους και τις αυταρέσκειές τους, πρόσφεραν τις ελευθερίες τους στο βωμό της Ελλάδας, με τον ίδιο τρόπο που τα ζευγάρια πρόσφεραν τις χρυσές βέρες τους και οι πτωχές υπηρέτριες τις οικονομίες τους. Έτσι οι πεντακόσιες χιλιάδες των στρατευμένων νέων πρόσφεραν τα νειάτα και τη ζωή τους. Όλοι με λεύτερη τη θέληση, όλοι από το περίσσευμα της καρδιάς.

Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής, Δε θα’ ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρό της, είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευτική τρέλα.

Απ’ την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους.

Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα’ ναι το τέλος του;

Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή. Το πώς όλοι μαζί κάναμε τον πόλεμο, αυτό είναι η νίκη της φυλής. Όλα τ’ άλλα είναι μηχανολογία. Και δεν είναι μόνο μια πράξη τιμής ετούτη η ομόψυχη ενέργεια. Είναι ακόμα μια πράξη υγείας και μια πράξη φαντασίας. Μόνο ένα οργανισμός πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη δόξα της ζωής έχει τη δύναμη να ορμά προς τη θυσία με τόσο κέφι. Και μόνο ένας λαός με ισχυρή φαντασία, μπορεί να εξαρθεί πάνω από το υλικό βάρος των ατομικών συμφερόντων και να χυμήξει με τέτοια αποκοτιά, με ανοιχτές τις φτερούγες προς την αναμμένη φλόγα.

Σήμερα στεκόμαστε στην υψηλότατη κορφή της ιστορίας μας. Εκεί που ο αέρας είναι αμβροσία. Μπορούμε σήμερα να δεχτούμε τον Αισχύλο κοντά μας, δίχως να μας ταπεινώσει ο μεγάλος και ιερός ίσκιος του.

Και είναι μια υπεράνθρωπη χαρά για κάθε πνευματικό άνθρωπο, να μπορέσει να σταθεί με ασφάλεια και με επίγνωση σε τούτη την επικίνδυνη θέση, όπου το χώμα είναι σφραγισμένο από τα βήματα των θεών και των ηρώων. Να σταθεί με τη συνείδηση φωτισμένη από το μεγάλο ήλιο της φυλής, φωτισμένη ως τα βαθειά, έτσι όπως φωτίζεται ο καθάριος βυθός της θάλασσας, όταν τον χτυπάει κάθετα ο ήλιος, και ξεχωρίζεις μέσα να γαλανίζουν λογής-λογής πετράδια και νερολούλουδα.

Όρθιος πάνω στη βίγλα της επίσημης ώρας, γεμάτος από ολάκερο το παρελθόν της φυλής, γεμάτος από όλο το νόημα της Ελληνικής Γης, που γέννημα και φύτρο της είναι ο καθένας μας, έργο του ήλιου της και του χώματος και της θάλασσάς της. Να σταθεί ο καθένας μας δικαιωμένος και ήσυχος μπρος σ’ οτιδήποτε κι αν πρόκειται να συμβεί. Φτάνει αυτό να ‘ναι μέσα στο Νόμο της Ιστορίας της φυλής, που αυτός προστάζει και εμείς πράττουμε. Να σταθεί ευτυχισμένος και να αναπνεύσει με όλο του το στήθος τον αέρα των ελληνικών αιώνων, που’ ναι μεθυστικός σαν κρασί, γιατί είναι γεμάτος από σπέρματα ζωής, από τραγούδια και μύθους και φαντασίες.

Ο καθένας να σταθεί έτσι με τη ψυχή γυμνή μπροστά στο Θεό, ώσπου να αισθανθεί την ασήμαντη μονάδα της ύπαρξής του απόλυτα ενσωματωμένη μέσα στην αιώνια μορφή της φυλής, αιώνιος κι αυτός μαζί της.

Γιατί σήμερα μέσα στον καθένα μας υπάρχει ολάκερη η Ελλάδα, ζει μέσα μας με όλους τους αιώνες της ιστορίας της, κοιτάζει μεσ’ από τα μάτια μας με όλους τους ήρωές της, λατρεύεται στην προσευχή μας με όλους τους θεούς της, χορεύει μέσα στη φαντασία μας με όλα τα χρώματα, τους ήχους και τις γραμμές της.

Αν όλοι μπορέσουμε να φωτίσουμε την πράξη του πολέμου που πολεμούμε με αυτό το ήρεμο και σταθερό φως, δεν υπάρχει φόβος να λυγίσει κανένα γόνατο, ως το τέλος. Αυτό το φως, το « ιλαρόν φως », που λέει η εκκλησία, είναι κείνο που έκαμε και κάνει όλους τους ήρωες της πανανθρώπινης ιστορίας να τραβάνε χαμογελαστοί το δρόμο της αποστολής τους, με τόση ασφάλεια, με τόση χάρη.

 

This must be the place (2011)

Δεν είναι πρόθεσή μου να παρουσιάσω μία εμπεριστατομένη κριτική στη συγκεκριμένη ταινία. Δεν είμαι σε θέση να το κάνω εξ άλλου. Αυτό που μπορώ να πώ είναι πως αυτή η ταινία με άγγιξε…και με άγγιξε βαθειά.

Ένα έξυπνο σενάριο, το οποίο μετατρέπεται με το μαγικό ραβδί του Πάολο Σορεντίνο (1970) και την αναπάντεχη ερμηνεία του Σον Πεν (1960) σε μια ταινία που ορισμένοι θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ακόμα και αριστουργιματική. Ένας πρώην ροκ σταρ με ιδιορρυθμο τρόπο ντυσίματος και μακιγιάζ  που πάσχει από χρόνια κατάθλιψη ζει σχεδόν απομενωμένος κάπου στην Ιρλανδία, όταν η είδηση του θανάτου του πατέρα του, με τον οποίο έχει να μιλήσει πάνω από τριάντα χρόνια, τον αναγκάζει να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Εκεί θα ανακαλύψει μέσα απο τα ημερολόγιά του ότι ο πατέρας του είχε αφιερώσεί ολόκληρη τη ζωή του στο κυνήγι ενός αξιωματικού των Ναζί και βασσανιστή του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο οποίος είχε καταφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος του πολέμου.  Ο ήρωας της ταινίας αποφασίζει σαν μια ύστατη μορφή συμφιλίωσης με τον πατέρα του, να συνεχίσει το έργο που εκείνος είχε αφήσει ανολοκλήρωτο.

Σίγουρα δεν πρόκειται για μια συμβατική ταινία. Η πρώτη δουλειά του Σορεντίνο στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ταινίας δρόμου (road movie), όπου οι εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη ανταπροκρίνονται στις διακυμάνσεις του ψυχισμού των ηρώων, ταυτόχρονα όμως παραμένει πιστή στην κλασσική θεματική του σκηνοθέτη που δεν είναι άλλη από το υπαρξιακό κενό, την αδυναμία επικοινωνίας και τα αδιέξοδα που δημιουργεί ο απρώσοπος τρόπος ζωής της παγκόσμιας κοινωνίας στο σύγχρονο άνθρωπο. Μια δραματική πλοκή που θα σε κάνει ωστόσο και να γελάσεις, με τη λετπή ειρωνία που είναι διάχυτη σε όλη την ταινία.

– Το πρόβλημα είναι ότι περνάμε πολύ γρήγορα απο την ηλικία που λέμε  «έτσι θα κάνω» στην ηλικία που λέμε «έτσι έγινε»

Post Navigation